μουχλιασμένος


μουχλιασμένος
[мухлиазменос] επ. заплесневший

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μουχλιασμένος" в других словарях:

  • έωλος — ο (ΑΜ ἕωλος, ον) 1. αυτός που απέμεινε από την προηγούμενη μέρα, χθεσινός, παλιός, μπαγιάτικος 2. (για τρόφιμα) μπαγιάτικος, μουχλιασμένος 3. (για αβγά) κλούβιος μσν. (για πράγματα) αυτός που καθυστέρησε αρχ. 1. (για πράξεις) παλιός,… …   Dictionary of Greek

  • ευρώεις — εὐρώεις εσσα, εν (Α) 1. μουχλιασμένος 2. υγρός και σκοτεινός (α. «εἰς Ἀίδεω δόμον εὐρώεντα» στο σκοτεινό παλάτι τού Άδη, Ομ. Οδ. β. «τάφον εὐρώεντα» υγρό και σκοτεινό τάφο, Σοφ.) 3. ευρώδης, ευρύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρώς «μούχλα». Αργότερα η λέξη… …   Dictionary of Greek

  • μουχλιάζω — (Μ μουχλιάζω και μοχλιάζω) [μούχλα] 1. καλύπτομαι από μούχλα 2. μτφ. βρίσκομαι σε κατάσταση σωματικής ή πνευματικής αδράνειας, αχρηστίας ή στασιμότητας («θα μουχλιάσω από το καθισιό») νεοελλ. 1. μτφ. α) βρίσκομαι σε κατάσταση πνευματικής… …   Dictionary of Greek

  • μουχλός — ή, ό [μούχλα] 1. μουχλιασμένος 2. μτφ. αυτός που παραμένει σε αδράνεια, σε στασιμότητα, ο σωματικώς ή πνευματικώς αδρανής …   Dictionary of Greek

  • μούχλιος — α, ο [μούχλα] αυτός που έχει προσβληθεί από μούχλα, μουχλιασμένος …   Dictionary of Greek

  • μυδαλέος — μυδαλέος, α και ιων. τ. η, ον (Α) 1. υγρός, βρεγμένος, μουσκεμένος 2. κατεστραμμένος από την υγρασία, σαπισμένος, μουχλιασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. μυδώ] …   Dictionary of Greek

  • μυδώ — μυδῶ, άω (Α) 1. είμαι μούσκεμα, στάζω από την υγρασία («ούδ ἀνίεσαν φόνου μυδώσας σταγόνας», Σοφ.) 2. (για πτώματα) είμαι υγρός λόγω αποσυνθέσεως, λειώνω σαπίζοντας («μυδῶν τε σῶμα γυμνώσαντες εὖ», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. εμφανίζει τη μηδενισμένη… …   Dictionary of Greek

  • μυλάσασθαι — (Α) (κατά τον Ησύχ.) (στους Κυπρίους) «τὸ σῶμα ἢ τὴν κεφαλήν σμήξασθαι». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. απαρεμφάτου μυλάσασθαι αντιστοιχεί πιθ. σε ρ. παράγωγο ενός αμάρτυρου ουσιαστικού *μῦλον. Το ελλ. μῦλ ο θα μπορούσε να αναχθεί σε ρίζα *mū dlo , που όμως δεν… …   Dictionary of Greek

  • μύσος — το (ΑΜ μύσος καί μῡσος) ακαθαρσία σώματος και ψυχής, μίασμα, βδέλυγμα («τεκνοκτόνον μύσος εἰς ὄμμαθ ἥξει φιλτάτῳ ξένων ἐμῶν», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται πιθ. σε *μυδ σ ος, οπότε εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα *mu d τής ΙΕ ρίζας *meu d… …   Dictionary of Greek

  • Άδης — Ο θεός του Κάτω Κόσμου και ο Κάτω Κόσμος. Ο θεός Ά. ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας, που πήρε μερίδιό του τον Κάτω Κόσμο, όταν έγινε η διανομή της εξουσίας του κόσμου, μετά τον πόλεμο των θεών με τους Τιτάνες. Οι αδελφοί του, Ζευς και Ποσειδών …   Dictionary of Greek